Από τότε που ξεκίνησα να ασχολούμαι με το Internet, δύο ήταν τα μόνιμα και βασικά αιτήματα όλων των χρηστών: καλύτερες (από πλευράς ταχύτητας και τιμών) υπηρεσίες και περισσότερο περιεχόμενο. Σήμερα, περισσότερα από 20 χρόνια μετά, θα μπορούσε κανείς να πει ότι και τα δύο έχουν καλυφθεί: οι ταχύτητες πρόσβασης είναι ικανοποιητικές ακόμα και για απαιτητικό περιεχόμενο όπως είναι το streaming video, οι τιμές για τις ταχύτητες αυτές είναι λογικές (η οικονομική κρίση τις έχει κάνει λιγότερο λογικές όμως αυτό είναι εξωτερικός παράγοντας και δεν αλλάζει τη σχέση τιμής προς απόδοση) και περιεχόμενο υπάρχει άφθονο ακόμα και στα ελληνικά. Συνεπώς είμαστε καλά, έτσι;
Σχετικά καλά, μάλλον. Είμαι σίγουρος ότι δεν είμαι ο μόνος που έχει παρατηρήσει ότι η αφθονία περιεχομένου, τόσο από ιδιώτες όσο και από εταιρείες ή φορείς, έχει ανεβάσει τον όγκο του κακού περιεχομένου. Μια ματιά στην κάλυψη των μεγάλων γεγονότων της επικαιρότητας δείχνει ότι οι παράλογες φωνές τείνουν να καλύψουν τις λογικές. Όμως και αυτό είναι αναμενόμενο και ίσχυε πάντα στα Μέσα –αυτό που έχει αρχίσει να με ενοχλεί τελευταία είναι η πτώση της ποιότητας και του καλού περιεχομένου εξαιτίας του τρόπου που λειτουργεί το Δίκτυο και, κυρίως, εξαιτίας του SEM/SEO.
Αν διαβάσει κανείς προσεκτικά άρθρα μεγάλων ειδησεογραφικών sites του χώρου, θα διαπιστώσει ότι η ποιότητα του γραψίματος έχει πέσει κατακόρυφα –δεν αναφέρομαι εδώ στην πληροφορία όσο στο στιλ γραφής: οι αρθρογράφοι και οι συντάκτες προσπαθούν να αναφέρουν όσο το δυνατόν περισσότερες φορές μέσα στα κείμενά τους συγκεκριμένες λέξεις (π.χ. ονόματα εταιρειών) προκειμένου να καταφέρουν το άρθρο να πάρει καλύτερη θέση στις αναζητήσεις της Google και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να διαβάζει κανείς κείμενα που μοιάζουν να έχουν γραφτεί από παιδιά του δημοτικού. Λαμβάνοντας δε υπόψη ότι όλο και περισσότερος κόσμος ενημερώνεται από τα sites αυτά, η μακροπρόθεσμη συνέπεια θα είναι ότι όλο και περισσότερος κόσμος θα μάθει να εκφράζεται χειρότερα.
Τα παραπάνω δεν είναι κινδυνολογία: μιλώντας με νεότερους ανθρώπους που προσλαμβάνουν τον γραπτό λόγο μέσω Internet, βλέπω περιορισμένο λεξιλόγιο και αδυναμία χρήσης σωστού συντακτικού ακόμα και στον προφορικό λόγο –όχι αδικαιολόγητα αφού η ικανότητά μας να μιλάμε και να γράφουμε διαμορφώνεται από αυτά που διαβάζουμε και ακούμε. Όταν διαβάζει κανείς συστηματικά κείμενα στα οποία το όνομα μιας εταιρείας αναφέρεται π.χ. 10 φορές εντός 300 λέξεων, είναι βέβαιο ότι η ομιλία και η γραφή του θα επηρεαστούν ανάλογα και όταν θα έρθει εκείνος στη θέση του δημιουργού περιεχομένου –από ένα απλό status update μέχρι ένα blog post των 500 λέξεων- το προϊόν του θα είναι εξίσου αδέξιο και άνευρο.
Προφανώς το θέμα με απασχολεί και λόγω επαγγελματικής διαστροφής: το γράψιμο είναι η δουλειά μου οπότε με ενδιαφέρει και να γράφω καλά και να διαβάζω καλά –αν πετυχαίνω το πρώτο επαφίεται, βεβαίως, στην κρίση του αναγνώστη, όμως κατά ένα μεγάλο ποσοστό, η καλή γραφή προέρχεται από την καλή ανάγνωση καλών κειμένων. Στο μέτρο δε που η σκέψη επίσης καθοδηγείται από την ανάγνωση, το πρόβλημα παύει να είναι συντεχνιακό και γίνεται πιο βαθύ, ειδικά σε εποχές που οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες απαιτούν όσο το δυνατόν ευρύτερη και βαθύτερη σκέψη. Θα είναι μεγάλο κρίμα αν στο βωμό της καλύτερης κατανόησης εκ μέρους των bot της Google ξεχάσουμε να σκεφτόμαστε.
Σχόλια